Μεγάλο το ατόπημα της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου, στην επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, να κουνήσει το δάχτυλο στους πολίτες επειδή επισημαίνουν και ζητούν την εφαρμογή των νόμων της Δημοκρατίας μας σε μία περίπτωση βιασμού ανηλίκων.

Συντασσόμενη με την επιχειρηματολογία ορισμένων αρθρογράφων που επιχειρούν να πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα και να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από την ουσία της υπόθεσης Λιγνάδη, η πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε λόγο για «θεσμικά αντίβαρα που αποτελούν θεμέλια του Κράτους Δικαίου και δεν υποτάσσονται στο λαϊκισμό, τις πλειοψηφίες και τους εφήμερους συσχετισμούς… Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους… Οι δικαστές απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του λειτουργήματός τους και οφείλουν να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι, διαφυλάσσοντας το κύρος και την αποστολή τους. Κρίνονται για τις αποφάσεις τους, δεν στοχοποιούνται. Ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας».

Καταρχάς την Δημοκρατία μας ΔΕΝ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ λανθασμένες αποφάσεις Δικαστών. Αντιθέτως θέτουν σε αμφισβήτηση την έννοια του Κράτους Δικαίου και τον τρόπο λειτουργίας της μίας εκ των τριών εξουσιών του Συντάγματός μας, της Δικαστικής Εξουσίας. Είναι θεμέλιος λίθος του Δικαίου, οι δικαστές οφείλουν να δικάζουν ως ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι λειτουργοί, χωρίς να επηρεάζονται από την οικονομική και πολιτική δύναμη των κατηγορουμένων.

Μέγιστος λαϊκισμός είναι να κάνεις λόγο για «τηλεδίκες», για «πλειοψηφίες», «εφήμερους συσχετισμούς» και «στοχοποιήσεις» και να υποτιμάς το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», όταν ένας κατηγορούμενος καταδικάζεται σε 12 χρόνια φυλάκιση για δύο βιασμούς ανηλίκων και αφήνεται ελεύθερος.

Ο νόμος είναι ξεκάθαρος: ο καταδικασμένος σε τόσο μεγάλη ποινή φυλάκισης και για τόσο βαριά κακουργήματα ΔΕΝ αφήνεται ελεύθερος μέχρι το Εφετείο, όταν «από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, προκύπτει πιθανότητα ότι θα τελέσει νέα εγκλήματα».

Ο Δημήτρης Λιγνάδης κρίθηκε προφυλακιστέος ακριβώς διότι από τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων του προέκυπτε η πιθανότητα ότι θα τελέσει νέα εγκλήματα».

Είχε κριθεί προφυλακιστέος από τον εισαγγελέα που έβγαλε το ένταλμα σύλληψης μέχρι και τα συμβούλια που παρατείνανε την προσωρινή του κράτηση. Προφυλακιστέος ενώ διατηρούσε το «τεκμήριο της αθωότητας» μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του.

Πως γίνεται λοιπόν να καταδικάζεται για τα εγκλήματα που είχε κατηγορηθεί και ξαφνικά να εκλείπει η «πιθανότητα τέλεσης νέων εγκλημάτων» για την οποία κρατούνταν;

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι «έχει ξαναγίνει» στο παρελθόν.

Κακώς έχει ξαναγίνει. Και να φροντίσουμε ως κοινωνία με τους θεσμούς μας να μην ξαναγίνει. Σίγουρα όμως έχει ξαναγίνει και να συνεχίζεται η κράτηση καταδικασμένου βιαστή μέχρι το Εφετείο, όπως πρόσφατα με ιερέα από το Αγρίνιο.

Γιατί στην υπόθεση Λιγνάδη «ξανάγινε» και στην υπόθεση ενός ανώνυμου παπά «δεν ξανάγινε»;

Η απελευθέρωση Λιγνάδη γέννησε τεράστια ερωτηματικά για την ποιότητα της απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας και έλαβε σωστά το ενδιαφέρον και την κινητοποίηση μεγάλου μέρους των πολιτών (και όχι της αόριστης «κοινής γνώμης»), ώστε να ανοίξουν τα καρκινώματα που θρέφουν το αίσθημα άδικης Δικαιοσύνης στην Ελλάδα ή Δικαιοσύνης αλά καρτ.

Όποιος θέλει να κλείνει τα μάτια και να κρύβει τα προβλήματα κάτω από το χαλί, επικαλούμενος ή επικαλούμενη «θεσμικά αντίβαρα» και «διχαστικό λόγο», προσφέρει κακή υπηρεσία στην τόπο.

Και όσο πιο ψηλά βρίσκεται, τόσο πιο κακή υπηρεσία προσφέρει.

Η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία λειτουργούν επειδή έχουμε Δημοκρατία. Από τους πολίτες της Δημοκρατίας αντλούν τη δύναμή τους. Και σε αυτούς είναι υπόλογες.

ΟΙ ΒΙΑΣΤΕΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ.

Το προβλέπουν οι νόμοι.

 

Δημήτρης Καλαντζής(postmodern.gr)