Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο Μάριο Πούζο ήταν ένας σαρανταπεντάρης, μάλλον αποτυχημένος συγγραφέας. Ο εκδότης του τού είχε δείξει ευγενικά την πόρτα κι αυτός είχε μια γυναίκα και πέντε παιδιά να θρέψει. Κάποιος από τους εκδότες με τους οποίους συζητούσε τού είπε το προφανές: «Γιατί δεν γράφεις για αυτά που ξέρεις;». Στο τελευταίο του βιβλίο, ένας δευτερεύων χαρακτήρας ήταν μαφιόζος και η περιγραφή του ήταν τόσο ζωντανή και ενδιαφέρουσα που έκλεβε την παράσταση.
Ο Πούζο, αθεράπευτος τζογαδόρος, χρωστούσε σε όποιον μιλούσε… ιταλικά! Διαθέτοντας όμως το μικρόβιο του συγγραφέα, παρατηρούσε επίμονα τους καλοντυμένους γκάνγκστερ, κέρδιζε το σεβασμό τους και άκουγε τις ιστορίες τους. Όταν αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μαφία, είχε συγκεντρώσει ήδη ένα πλουσιότατο υλικό από αληθινά περιστατικά, σκοτεινούς χαρακτήρες και ανέκδοτα που μπορούσε να αξιοποιήσει μέσα από τη μυθοπλασία. Όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τα στελέχη της Paramount για να πουλήσει την ιδέα του, στον τίτλο εργασίας υπήρχε η λέξη Μαφία (αργότερα θα άλλαζε ο ίδιος τον τίτλο και θα τον έκανε «Ο Νονός»). Αν και η λέξη δεν ήταν άγνωστη –στην Ιταλία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, με τη σημερινή της σημασία, τον 19ο αιώνα– ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε βιβλίο ή κινηματογραφική ταινία. Ούτε είχε περιγραφεί ο ιδιαίτερος κώδικας ηθικής που χρησιμοποιούσαν τα μέλη των «οικογενειών».
Όταν το βιβλίο εκδόθηκε τελικά και κέρδισε εκατομμύρια αναγνώστες, οι αληθινοί μαφιόζοι θορυβήθηκαν. Το F.B.I., εξάλλου, δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα χέρια, καθώς ολόκληρη η Αμερική μάθαινε για τις διασυνδέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με τα συνδικάτα, τις πολιτικές ηγεσίες, ακόμα και τον κόσμο του θεάματος. Οι επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών αστυνομικών εντάθηκαν και τότε ο Τζο Κολόμπο, ένας από τους επικεφαλής των «πέντε οικογενειών» της Νέας Υόρκης, σκαρφίστηκε το τέλειο πρόσχημα για να υπερασπιστεί τη φαμίλια του: το βιβλίο στιγμάτιζε την ιταλοαμερικανική κοινότητα, δημιουργώντας στερεότυπα που τελικά χρησιμοποιούνταν για να παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα του ίδιου και των μπράβων του.
«Τι είναι Μαφία; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αν είμαι αρχηγός μιας οικογένειας; Ναι. Η γυναίκα μου, οι τέσσερις γιοι μου και η κόρη μου. Αυτή είναι η οικογένειά μου». Λένι Μοντάνα:
“Ο Τούρκος”- Σολότσο. ένας από τους συγγενείς του ήταν πραγματικός γκάνστερ- κάποτε του είχε βάλει ο ίδιος το πιστόλι στον κρόταφο, επειδή “ήξερε πολλά”. Η «Ένωση για τα Δικαιώματα των Ιταλοαμερικανών», που ίδρυσε ο Κολόμπο, έκανε σημαία της την καταδίκη του «Νονού» ως απαράδεκτη σπίλωση του ονόματος της κοινότητας. Στην κορύφωση της δράσης της, η Ένωση συγκέντρωσε 250.000 ανθρώπους που έκαναν πορεία στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Σε μια ένδειξη ισχύος, ο Νεοϋορκέζος capo δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «όποιος έρθει αντιμέτωπος με την Ένωση θα νιώσει την οργή (του Θεού)». Άλλος ένας Ιταλοαμερικανός ήταν εξοργισμένος με το βιβλίο και είχε κάθε λόγο για να μη θέλει να γίνει η ταινία: Ο Φρανκ Σινάτρα. Στο μεταξύ, άλλος ένας Ιταλοαμερικανός ήταν εξοργισμένος με το βιβλίο και είχε κάθε λόγο για να μη θέλει να γίνει η ταινία. Ο Φρανκ Σινάτρα θεωρούσε ότι η φιγούρα του Τζόνι Φοντέιν, του χολιγουντιανού σταρ που καταφεύγει στον «Νονό» για να εξασφαλίσει πρωταγωνιστικούς ρόλους, επινοήθηκε από τον Πούζο για να τον δυσφημίσει. Εξάλλου, και εκείνος, αν και τόνιζε με κάθε ευκαιρία ότι η πλοκή της ιστορίας είναι προϊόν μυθοπλασίας, απέφευγε πάντα να διαψεύσει κατηγορηματικά ότι ο χαρακτήρας του Τζόνι Φοντέιν (που στο βιβλίο είναι από τους βασικούς πρωταγωνιστές) γράφτηκε με πρότυπο τον Φρανκ Σινάτρα.

Όταν κάποια στιγμή, στο δείπνο ενός κοινού γνωστού τους, οι δυο τους συναντήθηκαν, ο τραγουδιστής τον αποκάλεσε «νταβατζή» και απειλούσε ότι «θα του σπάσει τα μούτρα». Και όλα αυτά, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει ούτε μια στιγμή. Ο διαβόητος Τζο Κολόμπο (δεξιά), επικεφαλής μιας από τις πέντε οικογένειες της Νέας Υόρκης και ο γιός του, στα γραφεία της Ιταλοαμερικανικής Ένωσης. Οι μπελάδες του Αλ Ράντι σχετικά με το κάστινγκ ήταν παρωνυχίδα μπροστά στην πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει. Ο ίδιος είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή του ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από εκείνην την εποχή. Η αστυνομία του Λος Άντζελες τον είχε προτρέψει να αλλάζει αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια των καθημερινών του μετακινήσεων. Ένα βράδυ είχε αφήσει το δικό του σπορ αμάξι για να κινηθεί με αυτό της γραμματέως του. Εκείνη γύρισε στο σπίτι της με το αυτοκίνητο του Ράντι και λίγες ώρες μετά άκουσε μια ομοβροντία από πυροβολισμούς. Το σπορ αυτοκίνητο ήταν διάτρητο από σφαίρες και στο καπό ήταν αφημένο ένα σημείωμα που έγραφε: «Σταμάτα την ταινία ή αλλιώς…».
Δύο φορές τα κεντρικά γραφεία της Gulf & Western εκκενώθηκαν μετά από τηλεφώνημα που προειδοποιούσε για βόμβα, ενώ η Ένωση, μέσω της προνομιακής σχέσης με το συνδικάτο των φορτηγατζήδων, το πανίσχυρο Teamsters, άφηνε να εννοηθεί ότι οι απεργίες που θα οργανώνονταν θα ματαίωναν πρακτικά την ταινία. Στα σκηνικά χρησιμοποιήθηκαν έπιπλα και αντικείμενα που παραχωρήθηκαν μετά χαράς από αληθινούς γκάνγκστερ. Ο Έβανς –όπως γράφει στο βιβλίο του– παρακάλεσε τον Ράντι να συναντηθεί με τον Κολόμπο. Είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από τον πρόεδρο της Ένωσης που του εξηγούσε ευγενικά ότι, αν γινόταν τελικά η ταινία, «θα υπήρχε πρόβλημα». Ο Έβανς του είχε απαντήσει πως δεν ήταν δική του δουλειά και έπρεπε να μιλήσει με τον Ράντι. Για να πάρει τη σιβυλλική απάντηση: «Όταν σκοτώνουμε το φίδι, του κόβουμε και το κεφάλι». Ο Ράντι, σύμφωνα με αφήγησή του σε Αμερικανό δημοσιογράφο, είχε την ευκαιρία να συναντήσει έναν αληθινό Ντον. «Ένας μέσος άνθρωπος, καμία σχέση με το κλισέ του μαφιόζου. Έτσι κι αλλιώς, ο τύπος παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος μιας ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Μετά την πρώτη επαφή, τον προσκάλεσε στο γραφείο του για να διαβάσουν μαζί το σενάριο. Ο Κολόμπο φόρεσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας και άρχισε να διαβάζει: «Γενικό πλάνο… τι σημαίνει αυτό;». Ο Ράντι κατάλαβε ότι ο Ντον δεν θα έφτανε ποτέ στη δεύτερη σελίδα. Ο διευθυντής παραγωγής της Paramount, Μπόμπ Έβανς, με τη σύζυγό του, Άλι Μακ Γκρο και τον Τζέιμς Κάαν στην πρεμιέρα της ταινίας. Οι δυο τους κατέληξαν τελικά ότι, εφόσον διαγραφόταν η λέξη Μαφία από το σενάριο, μπορούσαν να δώσουν τα χέρια. Και κάτι ακόμη. Οι εισπράξεις από την πρεμιέρα θα πήγαιναν σε ειδικό, φιλανθρωπικό λογαριασμό της Ένωσης, ως κίνηση καλής θέλησης – κάτι που όμως δεν συνέβη ποτέ. Ο Κολόμπο πρότεινε επίσης να κάνουν από κοινού μια συνέντευξη Τύπου, για να φανεί προς τα έξω ότι η Ένωση δεν έχει πρόβλημα με την ταινία. Ο Ράντι το βρήκε καλή ιδέα. Αντί για τρεις-τέσσερις ιταλόφωνες εφημερίδες, όπως αφελώς πίστευε ότι θα παρευρίσκονταν, ο Ράντι βρέθηκε μπροστά στους φωτογράφους όλων των γνωστών εφημερίδων. Και τα τρία εθνικά δίκτυα της τηλεόρασης ήταν εκεί για να απαθανατίσουν τη συμφωνία της Paramount με την Ένωση. Την επόμενη μέρα, η χειραψία του Ράντι με τους πιο διαβόητους μαφιόζους ήταν πρωτοσέλιδο στους New York Times και τη Wall Street Journal. Ο Μπλούντορν ήταν τόσο έξω φρενών που επαναλάμβανε στους δικούς του ότι πρώτα θα τον σκότωνε και μετά θα τον απέλυε. Εκείνο το πρωί, η μετοχή της Gulf & Western έπεσε 2,5 μονάδες. Ο Ράντι απολύθηκε αυτοστιγμεί, ενώ ο Κόπολα βρισκόταν στο σετ για την πρώτη μέρα των γυρισμάτων. Ο Μπλούντορν κατάλαβε σύντομα, ότι δεν είχε άλλη επιλογή και με βαριά καρδιά, ανακάλεσε την απόφασή του. Ήταν ίσως η μοναδική περίπτωση στα χρονικά που οι παραγωγοί ζητούσαν να μπει περισσότερο υλικό στην ταινία και να επιμηκυνθεί σε διάρκεια, ενώ ο σκηνοθέτης προτιμούσε να κάνει περικοπές. Μέχρι εκείνη την ημέρα, η παραγωγή δεν μπορούσε να κλείσει ούτε μία συμφωνία για τους χώρους των γυρισμάτων. Στο μεταξύ, ο Κόπολα επέμενε να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό η πραγματική Little Italy του Μανχάταν. Οι συμφωνίες κλείνονταν τώρα δίχως κόπο. Τα τσιράκια των «οικογενειών» στέκονταν στην ουρά για κάποιον δεύτερο ρόλο και όσοι ηθοποιοί έφταναν στις οντισιόν αποκάλυπταν χωρίς περιστροφές τη σχέση τους με την πραγματική Μαφία. Στα σκηνικά χρησιμοποιήθηκαν έπιπλα και αντικείμενα που παραχωρήθηκαν μετά χαράς από αληθινούς γκάνγκστερ, κάνοντας τη δουλειά τού –ελληνικής καταγωγής production designer– Ντιν Ταβουλάρις ακόμα πιο εύκολη. www.andro.gr